σκηνογραφία

Σύνολο στοιχείων καλλιτεχνικού και τεχνικού χαρακτήρα που σε μια θεατρική ή κινηματογραφική παράσταση, επιτρέπει την πραγμάτωση του περιβάλλοντος στο οποίο διαδραματίζεται η σκηνή. Η σ. στο θέατρο συνδέεται με την ιστορία του θεάτρου. Ήδη οι Έλληνες και έπειτα οι Ρωμαίοι, είχαν πραγματοποιήσει τα πρώτα ζωγραφιστά σκηνικά τα οποία όμως είχαν μια αξία αποκλειστικά συμβατική. Χρησιμοποιήθηκαν μάλιστα πρίσματα περιστροφικά με τρεις όψεις για να καθορίζουν τα τρία βασικά είδη θεάτρου: τραγωδία, κωμωδία σάτυρα. Επινοήθηκαν επίσης μηχανές σ., απλοϊκές στην κατασκευή τους, για την εμφάνιση των θεών. Το Μεσαίωνα η σ. του λειτουργικού δράματος δεν είχε διακοσμητικά στοιχεία γιατί την ατμόσφαιρα δημιουργούσαν το περιβάλλον της εκκλησίας στο οποίο διαδραματιζόταν. Το δράμα αυτό εξελίχθηκε στα λεγόμενα μυστήρια που διαδραματίζονταν στον αυλόγυρο της εκκλησίας και στις πλατείες και είχαν μορφή αληθινού θεάματος, για το οποίο χρησιμοποιούσαν και πρωτόγονα σκηνικά. Αργότερα, στα πρώτα θέατρα των αυλών της Αναγέννησης υπάρχουν δύο σκηνικά, με γεωμετρική προοπτική και κεντρική εστία, πότε ζωγραφιστά και πότε ενσωματωμένα στην αρχιτεκτονική δομή της σκηνής: το ένα παρουσίαζε πλατείες, δρόμους, σπίτια κλπ. και το άλλο ένα τοπίο. Με την επικράτηση του μπαρόκ, οι παραστάσεις, αληθινά αριστουργήματα μηχανικής, δεν είναι παρά μια διαδοχή από εξυπνότατα και συχνά εκπληκτικά σκηνικά, όπως πηγές με αληθινό νερό, και φωτιές με αληθινές φλόγες. Ο νεοκλασικισμός αντέδρασε βίαια στο μπαρόκ, και τα σκηνικά μειώθηκαν στο ελάχιστο. Τους μιμήθηκε και ο ρομαντισμός, προσθέτοντας μόνο τη τάση του για τον εξωτισμό, για μια πιο πειστική απόδοση του περιβάλλοντος. Ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός έδωσαν νέα ώθηση στη σκηνογραφία με τα φωτογραφικά σχεδόν σκηνικά τους, χωρίς όμως να τον βελτιώσουν σχετικά. Γενικά, η σκηνογραφία στα νεώτερα χρόνια, γνώρισε άμεση επίδραση όλων των σχολών και των ρευμάτων, από το φουτουρισμό του Πραμπολίνι ως τον εξπρεσσιονισμό του Όσκαρ Κόκοσκα, και τους σύγχρονους πειραματισμούς. Στον κινηματογράφο, η σ. παίζει διαφορετικό ρόλο. Κάθε χώρος και κάθε αντικείμενο μπορεί να γίνει στην ταινία σκηνογραφικό στοιχείο πρωτεύουσας σημασίας. Η κινηματογραφική σ. διαρθρώνεται σε «χώρους» μερικοί από τους οποίους κατασκευάζονται για λόγους τεχνικούς ή οικονομικούς, στο στούντιο ή έξω από αυτό αν πρόκειται για περίπλοκα σκηνικά μεγάλων διαστάσεων, ενώ άλλοι διεξάγονται «εκ του φυσικού» από το σκηνογράφο και το σκηνοθέτη. Σκηνικά χρησιμοποιούνται και για το γύρισμα κινηματογραφικών ταινιών ή τηλεοπτικών θεαμάτων. Η φωτογραφία είναι από το γύρισμα μιας ταινίας. Σκηνικά για τους «Αρχιτραγουδιστές» του Ριχάρδου Βάγκνερ, φιλοτεχνημένα από τον Βίλαντ Βάγκνερ. Σκηνικά μπαρόκ για όπερα του Γκάλι Μπιμπιένα (18ος αιώνας). Σκηνικό για το μπαλέτο «Δάφνης και Χλόη» στην όπερα του Παρισιού (1912). Σκηνικό για κωμωδία του Ζορζ Κουρτελίν (Παρίσι, 1949). Σκηνικά για την «Πουντίλα» του Μπέρτολντ Μπρεχτ, όταν παίχτηκε στην Μπον το 1956. Η νεότερη σκηνοθεσία, ωστόσο, τείνει προς την αφαίρεση, καταργώντας τον «φόρτο» των σκηνικών ή και αγνοώντας τελείως τα σκηνικά. Γενική άποψη της σκηνής της όπερας της Σκάλας του Μιλάνου (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
η, ΝΑ
1. η συνολική αισθητική σύνθεση μιας παράστασης, αποτέλεσμα τής αξιοποίησης διαφόρων σκηνικών μέσων, όπως είναι τα ζωγραφισμένα σκηνικά, ο φωτισμός, τα κοστούμια, ο ήχος, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός τής σκηνής και ο τεχνικός εξοπλισμός, αλλ. σκηνικός διάκοσμος
2. η τέχνη τής δημιουργίας σκηνικού διακόσμου
αρχ.
απατηλή εντύπωση, οφθαλμαπάτη, ψευδαίσθηση («τὰ ἐκεῑ πράγματα τραγωδίαν ὄντα καὶ σκηνογραφίαν», Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σκηνή + -γραφία*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σκηνογραφίᾳ — σκηνογραφίαι , σκηνογραφία scene painting fem nom/voc pl σκηνογραφίᾱͅ , σκηνογραφία scene painting fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκηνογραφία — [скинографиа] ουσ. θ. декоративная живопись …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σκηνογραφία — η 1. η τέχνη του σκηνογράφου. 2. σκηνικός διάκοσμος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σκηνογραφίαι — σκηνογραφία scene painting fem nom/voc pl σκηνογραφίᾱͅ , σκηνογραφία scene painting fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκηνογραφίαν — σκηνογραφίᾱν , σκηνογραφία scene painting fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκηνογραφίαις — σκηνογραφία scene painting fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέατρο — Σκηνική παράσταση, λυρικό έργο, επιθεώρηση, χορογραφικό θέαμα· θ. ονομάζεται επίσης το σύνολο των θεατρικών έργων ενός συγγραφέα (π.χ. το θ. του Ίψεν). Ο όρος όμως δραματικό θ. δηλώνει αποκλειστικά το θεατρικό είδος που παρουσιάζει ένα γεγονός… …   Dictionary of Greek

  • δράμα — Όρος που υπό ευρεία έννοια αναφέρεται σε κάθε έργο που προορίζεται να παιχτεί στη σκηνή (τραγωδία, κωμωδία, φάρσα, θρησκευτική παράσταση κλπ.). Ο ορισμός αυτός, που έχει λόγια προέλευση και βασίζεται στην ετυμολογική σημασία του όρου,… …   Dictionary of Greek

  • κονστρουκτιβισμός — Καλλιτεχνικό ρεύμα, που παρουσιάστηκε επίσημα το 1913, όταν ο Ρώσος καλλιτέχνης Βλαντιμίρ Εγκράφοβιτς Τάτλιν δημιούργησε μια αφηρημένη, ανάγλυφη κατασκευή (ο όρος κ. προέρχεται από την αγγλική λέξη construction που σημαίνει κατασκευή). Η βασική… …   Dictionary of Greek

  • μπαρόκ — Η λέξη μπαρόκ, ως όρος χαρακτηρισμού ενός ρυθμού, είχε αρχικά έννοια αρνητική και μειωτική. Μόνο κατά τα τελευταία χρόνια ο Ιταλός γλωσσολόγος Μπρούνο Μιλιορίνι και άλλοι Γάλλοι επιστήμονες κατόρθωσαν να εξακριβώσουν την αρχική έννοια του όρου.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.